Μετάφραση του "lijm" σε Ελληνικά
Οι κόλλα, κολλα, Κόλλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lijm" σε Ελληνικά.
lijm
noun
verb
masculine
γραμματική
tussenstof die twee of meer delen permanent aan elkaar bevestigt
-
κόλλα
noun feminineIk ben eigenlijk hier omdat ik weet dat je lijm hebt.
Στην πραγματικότητα είμαι εδώ γιατί θέλω την κόλλα που έχεις.
-
κολλα
nounEn nu de lijm
Δωσε μου την κολλα
-
Κόλλα
Ik ben eigenlijk hier omdat ik weet dat je lijm hebt.
Στην πραγματικότητα είμαι εδώ γιατί θέλω την κόλλα που έχεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συγκολλητικό
- αυτοκόλλητο
- κολλητική ουσία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lijm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lijm"
Φράσεις παρόμοιες με "lijm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επικόλληση · κολλώ · κόλλα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη