Μετάφραση του "lijn" σε Ελληνικά

Οι γραμμή, ουρά, σπάγκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lijn" σε Ελληνικά.

lijn noun verb feminine γραμματική

Term in gebruik bij GIS technologie voor vectortype interne gegevensorganisatie: ruimtelijke gegevens zijn ingedeeld als types punt, lijn en veelhoek. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραμμή

    noun feminine

    een lijn in het verkeer (algemeen) [..]

    Maar U bent over de lijn aan deze kant.

    Μα έχεις περάσει τη γραμμή απ'αυτή την πλευρά.

  • ουρά

    noun feminine

    Mensen gaan in de lijn staan om deze film te kopen.

    Ο κόσμος θα περιμένει ουρά για να την αγοράσει!

  • σπάγκος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στήλη
    • Γραμμή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lijn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lijn

Lijn (meetkunde)

+ Προσθήκη

"Lijn" στο λεξικό Ολλανδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lijn στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "lijn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lijn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη