Μετάφραση του "lijmen" σε Ελληνικά

Οι κόλλα, επικόλληση, κολλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lijmen" σε Ελληνικά.

lijmen verb noun γραμματική

twee of meer delen aan elkaar bevestigen met behulp van een kleefstof

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλλα

    noun feminine

    Ik ben eigenlijk hier omdat ik weet dat je lijm hebt.

    Στην πραγματικότητα είμαι εδώ γιατί θέλω την κόλλα που έχεις.

  • επικόλληση

    Noun noun

    De lijm is bedoeld om de voorgevormde kunstnagels vast te hechten aan de vingernagels.

    Το διάλυμα προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την επικόλληση των μορφοποιημένων ψεύτικων πλαστικών νυχιών στο φυσικό νύχι.

  • κολλώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lijmen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lijmen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κόλλα · αυτοκόλλητο · κολλα · κολλητική ουσία · κόλλα · συγκολλητικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lijmen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη