Μετάφραση του "moe" σε Ελληνικά
Οι κουρασμένος, μου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moe" σε Ελληνικά.
moe
adjective
noun
feminine
γραμματική
geneigd tot rusten of slapen [..]
-
κουρασμένος
adjectiveBenodigd rust of slaap, meestal als gevolg van een inspanning.
Ik ben echt moe, dus ik ga vanavond vroeg naar bed.
Είμαι πολύ κουρασμένος, γι'αυτό θα πάω για ύπνο νωρίς σήμερα.
-
μου
interjectionSamantha besefte dat ze naar de kleine kamer moest.
Η Σαμάνθα κατάλαβε πως την κάλεσαν στο μικρό δωμάτιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " moe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη