Μετάφραση του "moed" σε Ελληνικά

Οι θάρρος, ανδρεία, κουράγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moed" σε Ελληνικά.

moed noun masculine γραμματική

dapperheid, lef, branie [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάρρος

    noun neuter

    Ten tweede moeten we de moed hebben om ons op vrijheid en flexibiliteit te concentreren.

    Δεύτερον, πρέπει να έχουμε το θάρρος να στοχεύουμε στην ελευθερία και την ευελιξία.

  • ανδρεία

    noun feminine

    Laat ons wat Franse moed tonen en het lijk in elkaar slaan!

    Ας δείξουμε γαλλική ανδρεία και ας χτυπήσουμε το πτώμα.

  • κουράγιο

    noun neuter

    Mijn moeder gaf ons altijd de moed om het goede te doen.

    Η μητέρα μου πάντα μας έδινε κουράγιο να κάνουμε το σωστό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τόλμη
    • Κουράγιο
    • γενναιότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη