Μετάφραση του "moeder" σε Ελληνικά

Οι μητέρα, μάνα, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moeder" σε Ελληνικά.

moeder noun feminine γραμματική

een vrouwelijke ouder [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητέρα

    noun feminine

    een vrouwelijke ouder

    Ik ben een alleenstaande moeder van vier kinderen.

    Είμαι μια ανύπαντρη μητέρα τεσσάρων παιδιών.

  • μάνα

    noun feminine

    Mijn vader houdt van mijn moeder.

    Ο πατέρας μου αγαπάει την μάνα μου.

  • μαμά

    noun feminine

    Mijn moeder gaf mij haar toen ik vijf was.

    Η μαμά μου μού την έδωσε όταν ήμουν πέντε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μητρικός
    • μητρικό
    • γενέθλιος
    • μητρική
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moeder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "moeder"

Φράσεις παρόμοιες με "moeder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moeder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη