Μετάφραση του "opgeven" σε Ελληνικά

Οι εγκαταλείπω, παρατώ, αφήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opgeven" σε Ελληνικά.

opgeven verb γραμματική

de strijd staken en zich gewonnen geven

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκαταλείπω

    ρήμα

    Dit idee werd evenwel opgegeven en het overaanbod op de markt bleef dus.

    Ωστόσο, η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια και εξακολούθησε να υπάρχει υπερβάλλουσα προσφορά στην αγορά.

  • παρατώ

    verb

    Ik heb het opgegeven, op te geven

    Παράτησα το να τα παρατώ

  • αφήνω

    verb

    Hij kon zijn rol als beschermer niet opgeven.

    Δεν μπορούσε να αφήσει τη θέση του ως προστάτης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκηρύσσω
    • απαρνούμαι
    • παραδίνομαι
    • λέγω
    • λέω
    • χάνω
    • ματαιώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opgeven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "opgeven" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εγκαταλελειμένος · παντέρημος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opgeven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη