Μετάφραση του "ouders" σε Ελληνικά
Οι γονείς, γονέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ouders" σε Ελληνικά.
ouders
noun
γραμματική
Vader en moeder van een kind.
-
γονείς
noun masculineMijn ouders hebben me verteld dat we respect moeten hebben voor de ouderen.
Οι γονείς μου έλεγαν, ότι πρέπει να σεβόμαστε τους ηλικιωμένους.
-
γονέας
noun m-pZe hadden de naam van een ouder nodig, dus, uiteraard wilde ik die van niet geven.
Ήθελαν όνομα γονέα, και δεν ήθελα να δώσω το δικό σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ouders " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ouders" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αυστηρή προειδοποίηση σε γονείς
-
γεννήτορας · γονέας
-
Ηλικία φιλμ, μεγαλύτερη
-
άγαμος γονέας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη