Μετάφραση του "ouder" σε Ελληνικά
Οι γονέας, γεννήτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ouder" σε Ελληνικά.
ouder
noun
adjective
masculine
γραμματική
de moeder of vader van een kind [..]
-
γονέας
noun masculineZe hadden de naam van een ouder nodig, dus, uiteraard wilde ik die van niet geven.
Ήθελαν όνομα γονέα, και δεν ήθελα να δώσω το δικό σου.
-
γεννήτορας
noun masculine— afstammen van ouders en grootouders die ook in een stamboek van hetzelfde ras zijn ingeschreven,
— οι γεννήτορες και οι προγεννήτορές του να είναι και οι ίδιοι εγγεγραμμένοι σε γενεαλογικό βιβλίο της ίδιας φυλής,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ouder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ouder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αυστηρή προειδοποίηση σε γονείς
-
αρχαίος · γέρος · γηραιός · γριά · ηλικιωμένος · παλαιός · παλιός · πρώην · τέως
-
Αρχαία Ρώμη
-
αρχαία ρώμη
-
Στάρε Μιέστο
-
φθαρμένο ελαστικό
-
επανεξοπλισμός παλαιών μονάδων
-
πόσο χρονών είσαι · πόσο χρονών είσαστε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη