Μετάφραση του "pommade" σε Ελληνικά

Το αλοιφή είναι η μετάφραση του "pommade" σε Ελληνικά.

pommade

Een halfvast preparaat bedoeld voor uitwendig gebruik op de huid of slijmvlezen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλοιφή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pommade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pommade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη