Μετάφραση του "purulent" σε Ελληνικά
Το πυώδης είναι η μετάφραση του "purulent" σε Ελληνικά.
purulent
-
πυώδης
adjective masculine— micro-organismen gezien op gramkleuring van purulent materiaal uit het mastoïd;
— μικροοργανισμοί που είναι ορατοί ύστερα από χρώση κατά Gram πυώδους υλικού από τη μαστοειδή απόφυση,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " purulent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη