Μετάφραση του "schoonheid" σε Ελληνικά

Οι ομορφιά, ωραιότητα, καλλονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schoonheid" σε Ελληνικά.

schoonheid noun feminine γραμματική

de hoedanigheid prachtig en aantrekkelijk te zijn [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομορφιά

    noun feminine

    De toekomst behoort aan hen die geloven in de schoonheid van hun dromen.

    Το μέλλον ανήκει σε εκείνους που πιστεύουν στην ομορφιά των ονείρων τους.

  • ωραιότητα

    noun feminine

    Dat is een levendige beschrijving van Jehovah’s stralende schoonheid en onvergelijkelijke grootsheid.

    Τα εδάφια αυτά περιγράφουν με γλαφυρό τρόπο την περίλαμπρη ωραιότητα και την απαράμιλλη μεγαλοπρέπεια του Ιεχωβά.

  • καλλονή

    feminine

    Zelfs een heel grote schoonheid heeft haar schoonheidsslaapje nodig!

    Ακόμη και μια καλλονή χρειάζεται έναν υπνάκο ομορφιάς!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομορφάδα
    • Ομορφιά
    • θεά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schoonheid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schoonheid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη