Μετάφραση του "schoonmaker" σε Ελληνικά

Το καθαριστής είναι η μετάφραση του "schoonmaker" σε Ελληνικά.

schoonmaker noun masculine γραμματική

Iemand die poetst.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαριστής

    noun

    Mijn bouwer, schoonmaker, zelfs mijn zware artillerie is Pools.

    Ο οικοδόμος μου, ο καθαριστής μου, ακόμα και οι γαμημένοι οι μπράβοι μου είναι Πολωνοί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schoonmaker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schoonmaker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη