Μετάφραση του "schoonmaken" σε Ελληνικά

Οι καθαρίζω, πλένω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schoonmaken" σε Ελληνικά.

schoonmaken verb γραμματική

reinigen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρίζω

    verb

    Als ik tijd had misschien, maar er wacht een kamer om schoongemaakt te worden.

    Ναι, αν είχα χρόνο, αλλά πρέπει να καθαρίσω το δωμάτιο.

  • πλένω

    verb

    Vuil en rommel verwijderen van een object met water (meestal met zeep).

    Zullen ze ons de scheepsromp laten schoonmaken?

    Και πλένω τα πατώματα στο αμπάρι;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schoonmaken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "schoonmaken"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schoonmaken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη