Μετάφραση του "schoonvader" σε Ελληνικά

Το πεθερός είναι η μετάφραση του "schoonvader" σε Ελληνικά.

schoonvader noun masculine γραμματική

De vader van iemands echtgenoot of echtgenote.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεθερός

    noun masculine

    De vader van iemands echtgenoot of echtgenote.

    M'n schoonvader zal blij zijn met je Amerikaanse dollars.

    Ο πεθερός μου θα χαρεί, έχουμε πελάτη με αμερικάνικα δολάρια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schoonvader " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schoonvader" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη