Μετάφραση του "schoonzoon" σε Ελληνικά

Οι γαμπρός, γαμβρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schoonzoon" σε Ελληνικά.

schoonzoon noun masculine γραμματική

de man van een dochter of zoon [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γαμπρός

    noun masculine

    συγγένεια - άντρας της κόρης [..]

    De bedoeling van dit alles was om Bohannon eruit te werken en mijn schoonzoon binnen te halen.

    Όλο αυτό έγινε ώστε να εκδιωχθεί ο Μποχάνον και ο γαμπρός μου να αναλάβει.

  • γαμβρός

    noun masculine

    De schoonzoon en de dochter hebben "kennelijk midden jaren zeventig" de Belgische nationaliteit verkregen.

    Ο γαμβρός της και η θυγατέρα της απέκτησαν τη βελγική ιθαγένεια «στα μέσα της δεκαετίας του '70, καθώς φαίνεται».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schoonzoon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schoonzoon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη