Μετάφραση του "snoer" σε Ελληνικά

Το καλώδιο είναι η μετάφραση του "snoer" σε Ελληνικά.

snoer noun verb neuter γραμματική

een lang, dun, flexibel voorwerp voor het geleiden van elektriciteit

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλώδιο

    noun neuter

    De raket schoot ervandoor met het snoer van de stofzuiger.

    Απογειώθηκε με μεγάλη έκρηξη, τραβώντας το καλώδιο μιας σκούπας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " snoer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "snoer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη