Μετάφραση του "snoever" σε Ελληνικά

Οι κομπαστής, καυχηματίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "snoever" σε Ελληνικά.

snoever

Een persoon vertonend een pretenieuze en belachelijke houding.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κομπαστής

    masculine

    De spreuk luidt: „Overmoedige, aanmatigende snoever is de naam van degene die in een verbolgen opwelling van overmoed handelt” (Sp 21:24).

    Η παροιμία λέει: «Αυθάδης, αλαζόνας κομπαστής ονομάζεται αυτός που ενεργεί με εξοργισμό αυθάδειας».

  • καυχηματίας

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " snoever " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "snoever" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη