Μετάφραση του "stoa" σε Ελληνικά

Οι στωικισμός, Αρχαία ελληνική στοά, αρχαία ελληνική στοά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoa" σε Ελληνικά.

stoa
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στωικισμός

    noun masculine
  • Αρχαία ελληνική στοά

    bouwkunde

  • αρχαία ελληνική στοά

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stoa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stoa
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στωικισμός

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stoa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη