Μετάφραση του "stock" σε Ελληνικά

Οι μετοχή, απόθεμα, στοκ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stock" σε Ελληνικά.

stock noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετοχή

    noun feminine

    Het was slechts een kwestie van tijd voordat de stock naar nul ging.

    Ήταν θέμα χρόνου να φτάσει στο μηδέν η μετοχή.

  • απόθεμα

    noun neuter

    Deze regeling geldt enkel voor de geviseerde toekomstige emissies en niet voor de bestaande stock.

    Οι προτεινόμενοι κανόνες ισχύουν μόνο για τις εν λόγω μελλοντικές εκδόσεις και όχι για το υφιστάμενο απόθεμα.

  • στοκ

    neuter

    Ik zal in de stock kijken.

    Θα τσεκάρω το στοκ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη