Μετάφραση του "stoel" σε Ελληνικά
Οι καρέκλα, Καρέκλα, θέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoel" σε Ελληνικά.
stoel
noun
verb
masculine
γραμματική
zitmeubel [..]
-
καρέκλα
noun feminineΈπιπλο που αποτελείται από κάθισμα, πόδια, στήριγμα για την πλάτη, ενίοτε και για τα μπράτσα, πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να καθίσει. [..]
Het ligt onder de stoel.
Είναι κάτω από την καρέκλα.
-
Καρέκλα
Het ligt onder de stoel.
Είναι κάτω από την καρέκλα.
-
θέση
nounIk zat namelijk op jouw stoel toen haar moeder voor het eerst met haar binnenkwam.
Το θυμάμαι επειδή ήμουν στη θέση σου την πρώτη μέρα που ήρθε με τη μαμά της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stoel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "stoel"
Φράσεις παρόμοιες με "stoel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ηλεκτρική καρέκλα
-
Αγία Έδρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη