Μετάφραση του "stok" σε Ελληνικά
Οι ραβδί, βέργα, ράβδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stok" σε Ελληνικά.
stok
noun
verb
masculine
γραμματική
Een lang, dun stuk hout, meestal in de vorm waarin deze is gegroeid, die niet buigt. [..]
-
ραβδί
noun neuterOkay, als ik u mijn stok geef, ben ik altijd nog in staat om hand magie te doen.
Αν σου δώσω το ραβδί μου, θα μπορώ να κάνω μόνο μαγεία χεριού.
-
βέργα
noun feminineWat het bot ook doorboorde, was ruw, zoals een stok.
Ό, τι και αν τρύπησε το οστό ήταν σκληρό, σαν βέργα.
-
ράβδος
noun feminineDe gebiedersstaf is een lange stok die aangeeft dat men de macht heeft om te gebieden.
Η διοικητική ράβδος είναι ένα μακρύ μπαστούνι το οποίο υποδηλώνει τη δύναμη που έχει εκείνος για να διοικεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κούρνια
- Μπαγκέτες
- κλαδί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stok " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stok" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκυτάλη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη