Μετάφραση του "stop" σε Ελληνικά

Οι στάση, φελλός, τάπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stop" σε Ελληνικά.

stop noun verb masculine γραμματική

Een conisch of cilindervormig object dat in een flessenhals gestopt wordt om de fles af te sluiten.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στάση

    noun feminine

    Stopt de bus hier?

    Εδώ κάνει στάση το λεωφορείο;

  • φελλός

    noun masculine

    Een conisch of cilindervormig object dat in een flessenhals gestopt wordt om de fles af te sluiten.

  • τάπα

    noun

    Dat wilde ik ook, maar toen ik de stop erin deed, duwde iets hem weer omhoog.

    Ναι, αλλά όταν πήγα να βάλω την τάπα, κάτι την έσπρωξε προς τα πάνω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stop"

Φράσεις παρόμοιες με "stop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάζω · διακόπτω · θέτω · μαντάρω · παύω · στάση · σταματώ · τελειώνω · φορώ
  • βαθμίδα f
  • συνουσιάζομαι
  • διάστημα διακοπής
  • Διακοπή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη