Μετάφραση του "stoppen" σε Ελληνικά

Οι σταματώ, παύω, διακόπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoppen" σε Ελληνικά.

stoppen verb noun γραμματική

vullen (van een pijp) [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταματώ

    verb

    Hij stopte met het lezen van kranten.

    Σταμάτησε να διαβάζει εφημερίδες.

  • παύω

    verb

    Zeg tegen je pop dat hij moet stoppen met gemeen doen tegen mij.

    Πες στη μαριονέτα σου να πάψει να είναι κακιά μαζί μου.

  • διακόπτω

    verb

    Italië zet vanaf de datum van kennisgeving van deze beschikking alle steunbetalingen stop.

    Η Ιταλία διακόπτει όλες τις καταβολές ενισχύσεων από την ημερομηνία γνωστοποίησης της παρούσας απόφασης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τελειώνω
    • στάση
    • βάζω
    • θέτω
    • φορώ
    • μαντάρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stoppen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stoppen
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διακοπή

    Een black-out, onze generator is kapot, en het horloge van Robin is gestopt.

    Διακοπή. Η γεννήτρια μας δεν ανταποκρίνεται και το ρολόι της Ρόμπιν, σταμάτησε.

Φράσεις παρόμοιες με "stoppen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stoppen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη