Μετάφραση του "streng" σε Ελληνικά

Οι αυστηρός, αυστηρή, αυστηρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "streng" σε Ελληνικά.

streng adjective noun masculine γραμματική

Buitengewoon hardvochtig. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυστηρός

    adjective masculine

    Hij was streng voor zijn kinderen.

    Ήταν αυστηρός προς τα παιδιά του.

  • αυστηρή

    Het is streng verboden te roken.

    Το κάπνισμα είναι αυστηρά απαγορευμένο.

  • αυστηρό

    Het is streng verboden te roken.

    Το κάπνισμα είναι αυστηρά απαγορευμένο.

  • καυστικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " streng " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "streng"

Φράσεις παρόμοιες με "streng" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "streng" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη