Μετάφραση του "stress" σε Ελληνικά

Οι άγχος, αγωνία, Άγχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stress" σε Ελληνικά.

stress noun masculine γραμματική

spanning, geestelijke druk. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγχος

    noun neuter

    Jack zei dat stress valse stuiptrekkingen kon uitlokken.

    Ο Τζακ είπε ότι το άγχος μπορεί να επηρεάσει τη γέννα.

  • αγωνία

    noun feminine

    De stress door de beschieting veroorzaakte een psychose.

    Η αγωνία από τον τραυματισμό του πυροδότησε μια ρήξη ψυχωτικής μορφής.

  • Άγχος

    De kost verdienen — Een oorzaak van stress

    Άγχος για τα προς το Ζην

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πίεση
    • υπερένταση
    • τάση
    • συμφορά
    • συντριβή
    • ολικό φορτίο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stress " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stress" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stress" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη