Μετάφραση του "trein" σε Ελληνικά
Οι τρένο, αμαξοστοιχία, τραίνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trein" σε Ελληνικά.
trein
noun
masculine
γραμματική
een rij wagons die door een krachtvoertuig (bijvoorbeeld een locomotief) voortbewogen wordt [..]
-
τρένο
noun neuterτρένο (treno) [..]
Tom liep om de laatste trein te halen.
Ο Τομ έτρεξε να προλάβει το τελευταίο τρένο.
-
αμαξοστοιχία
noun neuterΟμάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.
— De trein een „snelheidsval” met te hoge snelheid passeert.
— Αμέσως η αμαξοστοιχία υπερβεί την παγίδα ταχύτητας με υπερβάλλουσα ταχύτητα.
-
τραίνο
nounτρένο (treno)
Laten we met de trein gaan.
Ας πάμε με το τραίνο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σιδηρόδρομος
- Τρένο
- συρμός
- σίδηρόδρομος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " trein " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "trein"
Φράσεις παρόμοιες με "trein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προλαβαίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη