Μετάφραση του "uitvinden" σε Ελληνικά

Οι Εφεύρεση, αποκαλύπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uitvinden" σε Ελληνικά.

uitvinden verb γραμματική

Het intellect gebruiken om iets te plannen of te ontwerpen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εφεύρεση

    Nieuw uitgevonden OOI-technologie waardoor de technologie van de infrastructuur verouderd is

    Εφεύρεση νέας τεχνολογίας ΕΑΚ που καθιστά την τεχνολογία της υποδομής απαρχαιωμένη

  • αποκαλύπτω

    verb

    Ik heb net uitgevonden wie mijn identiteit bekend heeft gemaakt, en me gevangen heeft laten nemen.

    Ανακάλυψα ποιός αποκάλυψε τη ταυτότητά μου, και με συνέλαβαν εξ αρχής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uitvinden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uitvinden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη