Μετάφραση του "uitvinding" σε Ελληνικά
Οι εφεύρεση, δημιουργία, δημιούργημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uitvinding" σε Ελληνικά.
de daad van het uitvinden, het ontdekken van een nieuwe methode of een nieuw toestel [..]
-
εφεύρεση
noun feminineIn ruil daarvoor heeft de uitvinder, voor een beperkte periode, een exclusief recht op de uitvinding zelf.
Σε αντάλλαγμα, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ο εφευρέτης έχει ένα αποκλειστικό δικαίωμα σχετικά με την ίδια την εφεύρεση.
-
δημιουργία
noun feminineWe moeten uitvindingen en vernieuwingen bevorderen, stimuleren, beschermen en belonen.
Πρέπει να ενθαρρύνουμε, να προωθούμε, να προστατεύουμε και να αμείβουμε τη δημιουργία και την καινοτομία.
-
δημιούργημα
noun neuterHelderziendheid, psychologische oorlogvoering zijn niet zo maar een uitvinding van de roddelkrantjes, maar de geesteskinderen van gerespecteerde wetenschappers van Stanford.
Η ενόραση, ο ψυχοδυναμικός πόλεμος δεν αποτελούν δημιουργήματα των εφημερίδων αλλά των σεβαστών φυσικών στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " uitvinding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate