Μετάφραση του "uitvinder" σε Ελληνικά
Οι εφευρέτης, εφευρέτης (ευρεσιτεχνία) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uitvinder" σε Ελληνικά.
uitvinder
noun
masculine
γραμματική
persoon die uitvindingen doet [..]
-
εφευρέτης
nounDe uitvinder van de deur rust in vrede.
Κι ο εφευρέτης της πόρτας αναπαύεται στον τάφο του.
-
εφευρέτης (ευρεσιτεχνία)
πρόσωπο το οποίο σύμφωνα με νόμο των ΗΠΑ συμμετέχει σε αίτηση ευρεσιτεχνίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " uitvinder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη