Μετάφραση του "wegenbouw" σε Ελληνικά

Οι οδοποιία, έργα οδοποιίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wegenbouw" σε Ελληνικά.

wegenbouw noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδοποιία

    noun

    Bitumen wordt vaak asfalt genoemd en wordt voornamelijk gebruikt voor wegenbouw en als dakbedekking.

    Το βιτουμένιο αναφέρεται συχνά ως άσφαλτος και χρησιμοποιείται πρωτίστως για την οδοποιία και ως υλικό στεγών.

  • έργα οδοποιίας

    Het gewonnen materiaal valt ook in de categorie cohesief materiaal dat geschikt is voor de wegenbouw.

    Τα εξορυσσόμενα υλικά εμπίπτουν επίσης στην κατηγορία των συγκολλητικών υλικών που είναι κατάλληλα για έργα οδοποιίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wegenbouw " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wegenbouw" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wegenbouw" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη