Μετάφραση του "wond" σε Ελληνικά
Το πληγή είναι η μετάφραση του "wond" σε Ελληνικά.
wond
noun
verb
masculine
γραμματική
een beschadiging in of aan het lichaam
-
πληγή
noun feminineHet lijkschouwers verslag vermeldde dat er een restant in de wond zat.
Η ιατροδικαστική έκθεση έδειξε ότι υπάρχουν υπολείμματα στην πληγή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wond " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "wond" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πληγώνω · τραυματίζω
-
Άνεμος · άνεμος · αέρας · αέριο · εκφύσημα · κλάνω · κλανιά · πέρδομαι · πορδή
-
κακοκαιρία
-
έλκος · κάκωση · λαβωματιά · πλήγμα · πλήγωμα · πληγή · τραύμα
-
κλάνω · κλανιά · πέρδω · πορδή
-
περιελίσσω · τυλίγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη