Μετάφραση του "wonden" σε Ελληνικά

Οι τραυματίζω, πληγώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wonden" σε Ελληνικά.

wonden verb noun γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τραυματίζω

    verb

    Dit zou vooral problematisch zijn in gevallen waarin meerdere verzoekers bij eenzelfde ongeval gewond zijn geraakt.

    Η κατάσταση αυτή θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική στην περίπτωση που πλείονες ενάγοντες τραυματίζονται κατά το αυτό ατύχημα.

  • πληγώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wonden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wonden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Άνεμος · άνεμος · αέρας · αέριο · εκφύσημα · κλάνω · κλανιά · πέρδομαι · πορδή
  • πληγή
  • κακοκαιρία
  • έλκος · κάκωση · λαβωματιά · πλήγμα · πλήγωμα · πληγή · τραύμα
  • κλάνω · κλανιά · πέρδω · πορδή
  • περιελίσσω · τυλίγω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wonden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη