Μετάφραση του "wondroos" σε Ελληνικά

Οι ερυσίπελας, ανεμοπύρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wondroos" σε Ελληνικά.

wondroos

Een besmettelijke aandoening van de huid gekenmerkt door ontsteking vergezeld van koorts.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερυσίπελας

    noun neuter

    Weet je zeker dat het wondroos is?

    Κι είστε σίγουρος πως είναι ερυσίπελας;

  • ανεμοπύρωμα

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wondroos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wondroos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη