Μετάφραση του "woning" σε Ελληνικά

Οι κατοικία, διαμέρισμα, σπίτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "woning" σε Ελληνικά.

woning noun feminine γραμματική

De woonplaats van een mens, hun verblijfplaats.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικία

    noun feminine

    Martin, zal dienst doen als woning van het Hoofd van de delegatie zodra de verbouwing voltooid is.

    Martin, θα αποτελέσει κατοικία του επικεφαλής της αντιπροσωπείας μόλις γίνουν κάποιες ανακαινίσεις στη διαρρύθμιση.

  • διαμέρισμα

    noun neuter

    Mijn collega's kammen het gebied uit rond Clay's woning.

    Οι συνάδερφοί μου χτενίζουν την περιοχή γύρω απ'το διαμέρισμα του Κλέι.

  • σπίτι

    noun neuter

    De woonplaats van een mens, hun verblijfplaats.

    Je bent vast blij, wanneer je je woning weer voor jezelf hebt.

    Πάω στοίχημα ότι χαίρεσαι που θα έχεις το σπίτι πάλι όλο μόνος σου.

  • πολυκατοικία

    De renovatie van een woning in een groot, voor meerdere gezinnen bestemd gebouw, zal dus meestal niet aan deze criteria voldoen.

    Τοιουτοτρόπως, η ανακαίνιση ενός διαμερίσματος σε μια μεγάλη πολυκατοικία στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καλύπτεται από τις απαιτήσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " woning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "woning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "woning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη