Μετάφραση του "wonen" σε Ελληνικά
Οι κατοικώ, μένω, ζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wonen" σε Ελληνικά.
wonen
verb
γραμματική
een permanente behuizing hebben [..]
-
κατοικώ
verbeen permanente behuizing hebben
De kinderen wonen, evenals hun ouders, in Oostenrijk.
Τα τέκνα κατοικούν, ακριβώς όπως και οι γονείς τους, στην Αυστρία.
-
μένω
verbHij woont hier niet meer.
Αυτός δε μένει εδώ πια.
-
ζω
verbMijn vader woont en werkt in Tokio.
Ο πατέρας μου ζει και δουλεύει στο Τόκιο.
-
διαμένω
verbWerkvergunningen worden slechts verleend binnen de provincies waar de vluchteling die tijdelijke bescherming geniet, mag wonen.
Άδειες εργασίας μπορούν να χορηγούνται μόνο εντός των επαρχιών όπου επιτρέπεται να διαμένει ο πρόσφυγας υπό προσωρινή προστασία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wonen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη