Μετάφραση του "austriacki" σε Ελληνικά
Οι αυστριακός, αυστριακή, αυστριακό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "austriacki" σε Ελληνικά.
odnoszący się do Austrii lub Austriaków [..]
-
αυστριακός
adjective masculineodnoszący się do Austrii lub Austriaków
W przypadku książek austriackich wydawnictwo austriackie może ją ustalić według własnego uznania.
Στην περίπτωση των αυστριακών βιβλίων, ο αυστριακός εκδοτικός οίκος μπορεί να την καθορίζει κατά την κρίση του.
-
αυστριακή
adjective femininePonadto należy stwierdzić, że żadna z tych ekspertyz naukowych nie dotyczy rynku austriackiego.
Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι καμία από αυτές τις επιστημονικές μελέτες δεν αφορά την αυστριακή αγορά.
-
αυστριακό
adjective neuterWszystkie najwyższe dozwolone wartości mikrobiologiczne niższe niż te w ustawie austriackiej Speiseeisverordnung.
Όλες οι μικροβιολογικές μέγιστες επιτρεπόμενες τιμές κάτω των προβλεπόμενων στον αυστριακό νόμο Speiseeisverordnung.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " austriacki " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "austriacki"
Φράσεις παρόμοιες με "austriacki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυστριακή · αυστριακό · αυστριακός
-
αυστριακή · αυστριακό · αυστριακός
-
Πόλεμος της Επανάκτησης