Μετάφραση του "grej" σε Ελληνικά

Οι Γκρέυ, γκρέυ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grej" σε Ελληνικά.

grej noun masculine γραμματική

jednostka dawki pochłoniętej promieniowania jonizującego w układzie SI [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γκρέυ

    jednostka dawki pochłoniętej promieniowania

  • γκρέυ

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grej " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grej" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη