Μετάφραση του "Idiom" σε Ελληνικά

Οι ιδιωματισμός, ιδίωμα, ιδιωτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Idiom" σε Ελληνικά.

Idiom
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιωματισμός

    noun

    Διαπολιτισμική μεταβλητή

    Zwrot „ty sam to powiedziałeś” najwyraźniej był popularnym hebrajskim idiomem oznaczającym odpowiedź twierdzącą.

    Η έκφραση «εσύ ο ίδιος το είπες» ήταν προφανώς ένας κοινός εβραϊκός ιδιωματισμός που επιβεβαίωνε μια δήλωση ως αληθινή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Idiom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

idiom noun masculine γραμματική

jęz. wyrażenie językowe, którego znaczenie jest swoiste, odmienne od znaczenia, jakie należałoby mu przypisać, biorąc pod uwagę poszczególne części składowe oraz reguły składni; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδίωμα

    noun neuter

    Pomocna jest także znajomość Prawa Mojżeszowego, ówczesnych obrzędów i zwyczajów oraz idiomów.

    Επίσης, είναι συνήθως διαφωτιστικό το να γνωρίζει κάποιος το Νόμο, τα έθιμα και τις συνήθειες, καθώς και το γλωσσικό ιδίωμα της εποχής.

  • ιδιωτισμός

    noun masculine

    zwrot charakterystyczny dla danego języka, niemożliwy do dosłownego przetłumaczenia na inny język

  • έκφραση

    noun feminine
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Idiom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη