Μετάφραση του "idiolekt" σε Ελληνικά

Οι ιδιόλεκτο, ιδιόλεκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idiolekt" σε Ελληνικά.

idiolekt Noun noun masculine γραμματική

jęz. zbiór indywidualnych cech mowy danego rozmówcy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιόλεκτο

    neuter

    jęz. językoznawstwo zbiór indywidualnych cech mowy danego rozmówcy; [..]

  • ιδιόλεκτος

    feminine

    jęz. zbiór indywidualnych cech mowy danego rozmówcy; [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idiolekt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idiolekt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη