Μετάφραση του "Penelopa" σε Ελληνικά
Οι Πηνελόπη, πηνελόπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Penelopa" σε Ελληνικά.
Penelopa
noun
feminine
mit. gr. imię mitycznej królowej Itaki, żony Odysa;
-
Πηνελόπη
Czas antenowy Penelopy był coraz krótszy, co powodowało niższą sprzedaż ubrań.
Ο χρόνος εμφάνισης στο σόου της Πηνελόπη όλο και μειωνόταν, πράγμα που σκότωνε τις πωλήσεις της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Penelopa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
penelopa
noun
feminine
-
πηνελόπη
Czas antenowy Penelopy był coraz krótszy, co powodowało niższą sprzedaż ubrań.
Ο χρόνος εμφάνισης στο σόου της Πηνελόπη όλο και μειωνόταν, πράγμα που σκότωνε τις πωλήσεις της.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη