Μετάφραση του "Pistolet" σε Ελληνικά

Οι πιστόλι, πιστόλι, περίστροφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pistolet" σε Ελληνικά.

Pistolet
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστόλι

    noun

    Zaufać im, to jak przyłożyć sobie pistolet do skroni.

    Όσο τις εμπιστεύεσαι είναι σαν να βάζεις πιστόλι στον κρόταφο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pistolet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pistolet noun masculine γραμματική

ręczna, krótka broń palna, zasilana z magazynka lub jednostrzałowa; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστόλι

    noun neuter

    narzędzie w kształcie pistoletu , np. do malowania, klejenia [..]

    Zaufać im, to jak przyłożyć sobie pistolet do skroni.

    Όσο τις εμπιστεύεσαι είναι σαν να βάζεις πιστόλι στον κρόταφο.

  • περίστροφο

    noun neuter

    Zabrano kilka przedmiotów wraz z pistoletem kaliber 32, z którego, jak podejrzewają detektywi, strzelano do sierżanta Rossa.

    Bρέθηκε στα πράγματά του ένα 32άρι περίστροφο, το όπλο που οι ανακριτές πιστεύουν ότι σκότωσε τον επιθεωρητή Rοss.

  • πιστολέτο

    neuter

    narzędzie w kształcie pistoletu , np. do malowania, klejenia

  • μπιστόλι

    noun

Εικόνες με "Pistolet"

Φράσεις παρόμοιες με "Pistolet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pistolet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη