Μετάφραση του "amok" σε Ελληνικά

Το αμόκ είναι η μετάφραση του "amok" σε Ελληνικά.

amok Noun noun masculine γραμματική

psych. stan niekontrolowanej agresji; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμόκ

    neuter

    pot. zapamiętanie w czymś [..]

    Pacjent będący pod twoją opieką, ucieka nagle w amoku, zabija swoją dziewczynę bijąc ją cegłą.

    Ένας ασθενής ξαφνικά τον πιάνει αμόκ και σκότωσε την φίλη του με ένα τούβλο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amok " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amok" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη