Μετάφραση του "amon" σε Ελληνικά

Οι αμμώνιο, Άμμων, Άμων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amon" σε Ελληνικά.

amon Noun noun masculine γραμματική

chem. jon utworzony przez połączenie atomu azotu z czterema atomami wodoru; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμμώνιο

    noun neuter

    jednododatni rodnik, w którego skład wchodzi wodór i azot, zachowujący się jak metal alkaliczny

    W dokumencie określono metodę oznaczania fosforu rozpuszczalnego w alkalicznym roztworze cytrynianu amonu według Petermanna o temperaturze otoczenia.

    Στο παρόν έγγραφο καθορίζεται μέθοδος εκχυλίσεως εν ψυχρώ του φωσφόρου του διαλυτού στο αλκαλικό κιτρικό αμμώνιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Amon noun masculine γραμματική

imię męskie; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άμμων

    proper

    bóg egipski; [..]

    Więc będę się modlił, by Amon skierował Egipt na właściwy tor.

    Θα προσευχηθώ τότε ο Άμμων Ρα να κρατήσει το βασίλειο στο σωστό δρόμο.

  • Άμων

    Amon (bóg egipski)

    Jestem kapłanką Amona, a ty jesteś wężem.

    Είμαι η ιέρεια του Άμων, κι εσύ είσαι το ερπετό.

Εικόνες με "amon"

Φράσεις παρόμοιες με "amon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη