Μετάφραση του "amoniak" σε Ελληνικά

Οι αμμωνία, Αμμωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amoniak" σε Ελληνικά.

amoniak noun masculine γραμματική

chem. nieorganiczny związek chemiczny, związek azotu z wodorem, bezbarwny gaz o ostrym zapachu; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμμωνία

    noun feminine

    chem. nieorganiczny związek chemiczny, związek azotu z wodorem, bezbarwny gaz o ostrym zapachu; [..]

    Przełożyliśmy operację, bo pacjent wypił amoniak z wózka salowego.

    Έπρεπε να καθυστερήσω το χειρουργείο, διότι ο ασθενής μας ήπιε αμμωνία απ'το καρότσι του επιστάτη.

  • Αμμωνία

    związek chemiczny

    Przełożyliśmy operację, bo pacjent wypił amoniak z wózka salowego.

    Έπρεπε να καθυστερήσω το χειρουργείο, διότι ο ασθενής μας ήπιε αμμωνία απ'το καρότσι του επιστάτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amoniak " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "amoniak"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amoniak" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη