Μετάφραση του "argot" σε Ελληνικά

Οι αργκό, αργοτική, κοινωνιόλεκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "argot" σε Ελληνικά.

argot noun Noun neuter masculine γραμματική

jęz. przest. odmiana języka używana przez grupę zawodową albo środowiskową

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αργκό

    noun neuter
  • αργοτική

    noun feminine
  • κοινωνιόλεκτος

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιδιογλωσσία
    • ιδιόλεκτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " argot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "argot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη