Μετάφραση του "argument" σε Ελληνικά

Οι όρισμα, επιχείρημα, Επιχείρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "argument" σε Ελληνικά.

argument Noun noun masculine γραμματική

fakt lub okoliczność przytaczane celem potwierdzenia lub obalenia tezy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • όρισμα

    noun neuter

    mat. miara kąta skierowanego między osią rzeczywistą a wektorem reprezentującym liczbę zespoloną na płaszczyźnie zespolonej [..]

    Niestety nie można jeszcze przekazać argumentu typu %

    Λυπάμαι, δεν μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί όρισμα τύπου %

  • επιχείρημα

    noun neuter

    fakt lub okoliczność przytaczane celem potwierdzenia lub obalenia tezy;

    Ani władze francuskie, ani osoby trzecie nie przedstawiły argumentów kwestionujących tę analizę.

    Ούτε οι γαλλικές αρχές, ούτε τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη υπέβαλαν επιχειρήματα που να αμφισβητούν αυτή την ανάλυση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " argument " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Argument
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επιχείρημα

    Argument ten należy więc również odrzucić.

    Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.

Φράσεις παρόμοιες με "argument" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "argument" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη