Μετάφραση του "atom" σε Ελληνικά

Το άτομο είναι η μετάφραση του "atom" σε Ελληνικά.

atom noun masculine γραμματική

chem. fiz. najmniejszy element materii, dla którego można jeszcze wyróżniać pierwiastki; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτομο

    noun neuter

    Część materii [..]

    Każde życie na Ziemi składa się z takiej samej mieszanki atomów.

    Όλη η ζωή στη Γη είναι κατασκευασμένη από το ίδιο μίγμα με τα ίδια άτομα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "atom"

Φράσεις παρόμοιες με "atom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη