Μετάφραση του "dawkownik" σε Ελληνικά

Το δοχείο είναι η μετάφραση του "dawkownik" σε Ελληνικά.

dawkownik noun masculine

przyrząd odmierzający czas zachodzącego procesu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοχείο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dawkownik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dawkownik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη