Μετάφραση του "dawkowanie" σε Ελληνικά
Οι δοσολογία, δοσομέτρηση, δόση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dawkowanie" σε Ελληνικά.
odmierzanie i podawanie dawek czegoś, zwłaszcza leku [..]
-
δοσολογία
odmierzać dawki; używać, podawać w odpowiednich dawkach
W rezultacie dawkowanie, zastosowanie i ostrzeżenia również mogą się różnić.
Ως εκ τούτου, η δοσολογία, οι χρήσεις και οι προειδοποιήσεις ενδέχεται επίσης να διαφέρουν.
-
δοσομέτρηση
odmierzać dawki; używać, podawać w odpowiednich dawkach
Aerozole, które nie są dawkowane poprzez pompy automatyczne, są wyłączone z tej grupy produktów.
Σπρέι στα οποία η δοσομέτρηση δεν γίνεται μέσω αυτόματων αντλιών εξαιρούνται από αυτή την ομάδα προϊόντων.
-
δόση
noun feminineodmierzać dawki; używać, podawać w odpowiednich dawkach
„Właściwe dawkowanie oszczędza koszty i zmniejsza do minimum wpływ na środowisko”.
«Η σωστή δόση συνεπάγεται οικονομία και ελαχιστοποιεί την επιβάρυνση του περιβάλλοντος».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dawkowanie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dawkowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δοσολογία